Skip to main content

Άγγελος Κουγιουμτζής

Ζωγραφική

Βιογραφία

1920-2011

Γεννήθηκε στην Πετρούσα Δράμας το 1920. Μέχρι το 1973 έζησε στην Δράμα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1974 μέχρι το 1998 εγκαταστάθηκε και δημιούργησε στην Αθήνα, ενώ από το 1998 και μέχρι το τέλος επέστρεψε με την σύζυγό του και αποσύρθηκε πίσω στην γενέτειρά του, την Πετρούσα Δράμας. Στην ζωγραφική είναι αυτοδίδακτος. Από όταν ήταν υπάλληλος στις καπνικές επιχειρήσεις το 1950, έπαιρνε ζωγραφικές σημειώσεις, και όταν πλέον εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, το 1974, άρχισε να ζωγραφίζει συστηματικά.

Έργο

Ατομικές Εκθέσεις & Yπόλοιπη Δράση

Παρουσίασε τη δουλεία του στις ακόλουθες ατομικές εκθέσεις:

  • 1978 Δράμα και Κατερίνη.
  • 1979 Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο "'Ωρα", ΑΘήνα.
  • 1979 Βιβλιοπωλείο Αγκάθι, Αθήνα.
  • 1980 Γκαλερί Κοχλίας, Θεσσαλονίκη.
  • 1980 Γιαννιτσά.
  • 1980 Αίθουσα Τέχνης Πειραιά.
  • 1981 Αίθουσα Τέχνης "Το Εργαστήρι", Λάρισα.
  • 1981 Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο "'Ωρα", Αθήνα.
  • 1981 Ομάδα Σύγχρονης Τέχνης, Ψυχικό.
  • 1982 Αλεξανδρούπολη.
  • 1982 Γκαλερί Πλειάδες, Αθήνα.
  • 1983 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ηλιούπολης.
  • 1984 Ελληνικό Σπίτι, Παρίσι (στις εκδηλώσεις για τη Μακεδονία).
  • 1985 Γκαλερί Κοχλίας, Θεσσαλονίκη.
  • 1985 Κατερίνη.
  • 1986 Γκαλερί Αργώ, Αθήνα.
  • 1986 Γκαλερί Πρίσμα, Ρόδος.
  • 1987 Δανία.
  • 1989 Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο "'Ωρα", Αθήνα.

Πήρε επίσης μέρος σε ομαδικές εκθέσεις σε πόλεις του εξωτερικού όπως στη Βιέννη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Έργα του υπάρχουν στο Μουσείο Ρουσσώ στη Γαλλία, στη Πινακοθήκη της Ρόδου και στο Παρίσι, στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, στην Πινακοθήκη του Δήμου Πειραιά και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το έργο του αναγνωρίστηκε και αναλύθηκε από ανθρώπους του πνεύματος και των τεχνών και η ΕΡΤ γύρισε για την τέχνη του ένα ημίωρο ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1986.

Μαθαίνω το Χωριό

Εικονογράφηση

21ος τίτλος της σειράς εκλεκτών παιδικών βιβλίων "ΜΑΘΑΙΝΩ" των εκδόσεων "ΑΣΤΕΡΟΣ" (έτος έκδοσης 1987).

"...Η ζωγραφική του Άγγελου Κουγιουμτζή είναι ένα όμορφο και χαρούμενο τραγούδι, μια νότα αισιοδοξίας σε καιρούς δύσκολους, μια ευχάριστη αναπόληση της ήρεμης και γαλήνιας ζωής του χωριού..." Αγγέλα Ταμβάκη 18.9.89

Λίγα λόγια για τη ζωγραφική του Άγγελου Κουγιουμτζή.

Η ζωγραφική του Άγγελου Κουγιουμτζή είναι ένα όμορφο και χαρούμενο τραγούδι, μια νότα αισιοδοξίας σε καιρούς δύσκολους, μια  ευχάριστη αναπόληση της ήρεμης και γαλήνιας ζωής του χωριού χωρίς καμία αναφορά στις δυσκολίες της. Τα θέματα που περισσότερο αγαπάει να ζωγραφίζει είναι συνήθως απόψεις από χωριά της βόρειας Ελλάδος με στενά δρομάκια, ξύλινα μπαλκόνια και πλακόστρωτες αυλές με γλάστρες και λουλούδια, μια μεγάλη ποικιλία από αγροτικές εργασίες με κάποια προτίμηση για τα διάφορα στάδια της καλλιέργειας του καλαμποκιού και του καπνού, εσωτερικά μακεδονικών σπιτιών με χαρακτηριστική διακόσμηση και χαμογελαστούς χωρικούς, που είναι άλλοτε απεικονίσεις τύπων με κοινά χαρακτηριστικά κι άλλοτε δείχνουν κάποια προσπάθεια δημιουργίας ενός πραγματικού  πορτραίτου. Οι τόνοι του γαλάζιου, του κίτρινου και του ροζ, οι ανθισμένες αμυγδαλιές και το διάχυτο ανοιξιάτικο φως επιτείνουν την αίσθηση της απόλυτης κατάφασης και αποδοχής του ρόλου του ανθρώπου του χωριού μέσα στη φύση, όπου τίποτα δεν σκιάζει την αρμονική του σχέση μ' αυτή. Ο ζωγράφος έχει έντονα βιώματα και πλούσιες εμπειρίες της ζωής αυτής από τη δουλειά και τα ταξίδια του στα χωριά της Μακεδονίας πριν εγκατασταθεί οριστικά στην Αθήνα και αφοσιωθεί αποκλειστικά στη ζωγραφική. Πρόκειται δηλαδή για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση ναΐφ ζωγράφου, που όπως και άλλοι τέτοιοι καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου ανατρέχει στις αναμνήσεις της νεανικής του ηλικίας πλουτίζοντάς τις με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες που τις κάνουν απόλυτα προσωπικές και μοναδικές. Επειδή όμως συνηθίζει να απεικονίζει διάφορα στάδια μιας συγκεκριμένης αγροτικής εργασίας είτε μεμονωμένα, είτε σε αντιπαράθεση θα ήταν ίσως σωστό να πούμε πως πέρα από την αισθητική τέρψη, οι πίνακές του που απεικονίζουν τέτοια θέματα δίνουν κάποια πολύτιμα στοιχεία για λαογραφική μελέτη, όπως συμβαίνει άλλωστε και με τα εσωτερικά των μακεδονικών σπιτιών.

Στην πιο πρόσφατη δουλειά του μπορούμε ακόμα να επισημάνουμε την παρουσία των ίδιων στοιχείων με παράλληλο εμπλουτισμό των θεμάτων και της χρωματικής κλίμακας. Η αντιπαράθεση είτε περισσότερων σταδίων κάποιας αγροτικής εργασίας, είτε διαφόρων σκηνών από τη ζωή του χωριού και η αρκετά εκτεταμένη χρήση του κόκκινου και του πράσινου δείχνουν μια επέκταση της εικαστικής αναζήτησης χωρίς όμως ουσιαστική απομάκρυνση από τις ίδιες ανεξάντλητες πηγές έμπνευσης. Αν και οι ανθρώπινες μορφές εντυπωσιάζουν με τον αριθμό τους και με την προσπάθεια απόδοσης της κίνησης σε ορισμένες συνθέσεις καθώς και με την τάση για διαφοροποίηση ατομικών χαρακτηριστικών σε μερικά πορτραίτα, εντούτοις δε χάνουν τίποτα από τη δροσιά και τον αυθορμητισμό τους. Τέλος ο πίνακας με τα χαρακτηριστικά σπίτια, τους ανθρώπους στα μπαλκόνια και την αυλή και το χορό στην πλατεία αποτελεί νομίζω την πιο ολοκληρωμένη έκφραση των σκηνών αυτού του τύπου που φέρουν πάντα τόσο έντονη την προσωπική σφραγίδα του καλλιτέχνη.

Αγγέλα Ταμβάκη, Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

18.9.89

"...Θεέ μου! Τι ομορφιά που είναι και τα λουλούδια και τα τραγούδια. Να’ ταν αλήθεια έτσι απλή η ζωή! Και όμως ο Αγγελος με τα πινέλα του, έχει συλλάβει αυτή την ώρα της ειρήνης και της γιορτής, και τη ζει και τη χαίρεται..." Σοφία Καζάζη 15.04.84

Ο 'Αγγελος Κουγιουμτζής τραγουδά με χρώματα την μακεδονική γη...

Στα πλαίσια του δεκαπενθήμερου εορτασμού για Τη Μακεδονία, ή ελληνική παροικία του Παρισιού οργάνωσε στο «Ελληνικό Σπίτι», μια ατομική έκθεση του ναlφ ζωγράφου Άγγελου Κουγιουμτζή με συνθέσεις από τη Μακεδονική ύπαιθρο. Μέσα σε μια φιλόξενη ατμόσφαιρα, τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση, οι διπλωματικές μας αρχές, κριτικοί, καλλιτέχνες και πολύς κόσμος.

Ο Αγγελος Κουγιουμτζής, που κατάγεται από τη Δράμα, έχει στο ενεργητικό του πολλές ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και σ' άλλες πόλεις της Ελλάδας. Το δε κοινό της Θεσσαλονίκης, πρέπει να τον θυμάται από την παρουσίασή του στη γκαλερί «Κοχλίας».

Είναι αλήθεια, ότι ο ζωγράφος περπάτησε σ' άλλες τις εποχές τη Μακεδονική γη. Ήταν τότε που δούλευε τα καπνά. Έτσι είδε και έζησε τους χωρικούς. Χάρηκε το ύπαιθρο. Βρέθηκε στα καφενεία, δρασκέλισε πέτρινες αυλές. Ανηφόρισε σε καλντερίμια, έκοψε αγιόκλημα. Κοιμήθηκε σε φλοκάτες. Ολες αυτές οι εμπειρίες έγιναν σχέδια στο χαρτί, αποτυπώθηκαν στη μνήμη. Και αργότερα, μέσα στην αποπνικτική Αθήνα, γίνονται ζωγραφιές χαρούμενες και εορταστικές.

Ο  Αγγελος αποθανατίζοντας τα δίπατα λαϊκά σπίτια -χαρακτηριστικά της βορινής Ελλάδας- τα ζωντανεύει με τα πιο ζωηρά χρώματα. Γαλάζιοι και τριανταφυλλένιοι τοίχοι έρχονται ν' ανταμώσουν την ώχρα και το μενεξεδί, ενώ στα ξύλινα πάνω μπαλκόνια και στις σκεπαστές βεράντες, έχουν κιόλας ανθίσει τα λουλούδια στις θαλερές γλάστρες. Αυτά τα σπίτια με τις θερμές αποχρώσεις, ο Κουγιουμτζής τα τυπώνει με μεράκι σ' όλες του τις λεπτομέρειες και τις αρχιτεκτονικές ποικιλίες. Δεν διστάζει ακόμα να περάσει σε ειδυλλιακές στιγμές. Την κοπέλα λ.χ. με τις πλεξούδες και το μακρύ φόρεμα, κει στα κάγκελα του μπαλκονιού να προσπαθεί ν αρθρώσει το βουβό της θαυμασμό για τον νιο γείτονα ή την άλλη, στα ροζ ντυμένη, να σκύβει πάνω από τις κόκκινες απλωμένες φλοκάτες για να του ρίξει μια ματιά. Και κάτω στο καφενείο με τα τσίγκινα τραπεζάκια, τα πουκάμισα των ανδρών, σε μια χρωματιστή μελωδία να λαμπυρίζουν στον ήλιο, ενώ κι όλας οι δροσερές περικοκλάδες έχουν αγκαλιάσει τις στέγες.

Μπροστά σ' αυτές τις ζωγραφιές είναι αδύνατο να ξεφύγεις και να μην παρασυρθείς στην αγκαλιά, της πρόσκαιρης, έστω χαράς και ηρεμίας. Το τραγούδι με τα χρώματα πας να το πιστέψεις πως έτσι είναι όλα εκεί: γιορτή και χαρά, αρμονία και μυρουδιές. Και κείνες οι ήσυχες ειρηνικές σκηνές στη βρύση με το κουβεντολόι των γυναικών, σε παρασύρουν για ν' ανέβεις μαζί τους τον πέτρινο ανήφορο. Να ξαναδείς τις κόκκινες και πορτοκαλιές φλοκάτες που στεγνώνουν στον ήλιο πάνω από τις γαλάζιες αυλές. Να χαρείς πάλι τα πέτρινα, καθαρά κατώφλια και να’ ρθεις να κουρνιάσεις στη ξύλινη αυλόπορτα δίπλα στις γυναίκες που γνέθουν. Να μείνεις εκεί, να βλέπεις τα χρώματα και ν' αφουγκράζεσαι της κάθε μιας τη τρυφερή και πικρή ιστορία.

Και το καλντιρίμι όλο ανηφορίζει και χάνεται ενώ οι τριανταφυλλιές και οι μυγδαλιές γιορτάζουν τη χαρά τους. Θεέ μου! Τι ομορφιά που είναι και τα λουλούδια και τα τραγούδια. Να’ ταν αλήθεια έτσι απλή η ζωή! Και όμως ο Αγγελος με τα πινέλα του, έχει συλλάβει αυτή την ώρα της ειρήνης και της γιορτής, και τη ζει και τη χαίρεται.

Σοφία Καζάζη

Γράμματα από το Παρίσι, Παρίσι, 15.04.84

"...Όταν όμως αρέσει στό μάτι τό χρώμα μιάς ζωγραφιάς, αυτό φανερώνει, πώς εκεί μέσα κι άλλα πράγματα πηγαίνουν καλά..." Διαμαντής Διαμαντόπουλος 12.12.79

Εκείνο που μ' αρέσει στις ζωγραφιές του Άγγελου Κουγιουμτζή είναι το χρώμα τους. Όταν όμως αρέσει στο μάτι το χρώμα μιάς ζωγραφιάς, αυτό φανερώνει, πως εκεί μέσα κι άλλα πράγματα πηγαίνουν καλά..."

Διαμαντής Διαμαντόπουλος

Αθήνα, 12.12.79

"...Είναι χαρά θεού τα ζωγραφίσματα του Άγγελου Κουγιουμτζή, που με τα λιανοτράγουδά του ικανοποιεί τα μάτια και την ψυχή..." Γιώργος Βακιρτζής 10.12.79

«φέρνει τη ρόκα φουντωτή, τ’αδράχτι της γεμάτο, σέρνουν τα πόδια της δροσιά και τα μαλλιά της μόσχο». Στίχοι Μακεδονίας.

Είναι χαρά θεού να παίρνεις μέρος σε μια ζωγραφιά από πίνακες, σε μια παράσταση με εικόνες, φυτρωμένες στα στρωσίδια μιας γεωγραφίας, σε μια περιοχή.

Παρέα  με την ευαισθησία του τεχνίτη και των εργαλείων του.

Είναι χαρά να προσέρχονται, άνετα καί απρόσκλητα, μπροστά στα μάτια σου, συντροφιές από σπίτια, κεραμίδια, παράθυρα, πόρτες και σκαλοπάτια...

Που τα συνοδεύουν δροσεροί ουρανοί και ράχες από χώματα καρπερά και δέντρα και δέντρα στολισμένα την άνοιξη κι εποχές και πετεινά και κατοικίδια. Πλήθος...

Γύρω - γύρω χορός, χορικά, χωρικοί. Αγρότες κατά πρόσωπο. Σχηματισμοί, γυναίκες κι άντρες, και πλουμισμένα κεντήματα καλοστεκούμενα στις φορεσιές των κοριτσιών. Αστράφτουν.

Είναι χαρά θεού τα ζωγραφίσματα του Άγγελου Κουγιουμτζή, που με τα λιανοτράγουδά του ικανοποιεί τα μάτια και την ψυχή. Κι αυτά να γίνονται με τα γνήσια δάχτυλα που ο Άγγελος διαθέτει για την εικόνα και για τον θεατή...

«...παραθυράκια μου χρυσά και καφασάκια μ’ αργυρά ειπέτε στην κυρίτσα σας, να βγει στ' αγνάντιο να τη διώ...»

Γιώργος Βακιρτζής

Αθήνα, 10.12.79

"...Είναι μια ανάσα όταν στην ηλικία της ωριμότητας βλέπεις ανθρώπους να εκφράζονται αληθινά, όπως τα παιδιά κάνουν με το παιχνίδι, τη σοβαρότερη εκδήλωση του εσωτερικού πλούσιου κόσμου τους..." Π. Τέτσης

Είναι μια ανάσα όταν στην ηλικία της ωριμότητας βλέπεις ανθρώπους να εκφράζονται αληθινά, όπως τα παιδιά κάνουν με το παιχνίδι, τη σοβαρότερη εκδήλωση του εσωτερικού πλούσιου κόσμου τους.

Σήμερα το βλέπουμε στις ζωγραφικές που παρουσιάζει, όπως και άλλοτε, ο Κουγιουμτζής. Ιδιαίτερα σ' αυτές με τις φιγούρες, εκεί συγκεντρώνεται με χρωματικές αρετές ο πιό αληθινός εαυτός του.

Π. Τέτσης

"...Τούτο το πλανώμενο νόστο για ότι πέρασε ανεπανάληπτα, τούτη τη διάχυτη αγνότητα, ανθρώπων και πραγμάτων, τούτο το σεβασμό προς τον άνθρωπο, προσπαθεί ν' απεικονίσει ο Κουγιουμτζής..." Νίκος Αλεξίου

Ο Κουγιουμτζής, που είναι ο αυτοδίδακτος δίχως την παραδοσιακή εικαστική παιδεία. Έζησε όμως τη ζωή του λαού, το ψυχικό περιβάλλον του χωριού του και τούτες τις βιωματικές καταστάσεις μεταφέρει στη ζωγραφική του. Ζητά ν' αρθρώσει την οπτική του ομιλία, στηριγμένος αποκλειστικά στο ισχυρό εικαστικό του ένστικτο.

Και το περιεχόμενο του Κουγιουμτζή προέρχεται απ' την ψυχοσύνθεση των απλών ανθρώπων που ζουν ακόμα στον παραδοσιακό απόηχο του χωριού τους. Τούτο το πλανώμενο νόστο για ότι πέρασε ανεπανάληπτα, τούτη τη διάχυτη αγνότητα, ανθρώπων και πραγμάτων, τούτο το σεβασμό προς τον άνθρωπο, προσπαθεί ν' απεικονίσει ο Κουγιουμτζής. Θεματογραφικά ανθολογεί σπίτια και καλντερίμια, λουλουδισμένες αυλές, ξύλινα χαγιάτια, ασβεστωμένα πεζούλια και προπαντός τον άνθρωπο. Οι συγχωριανοί του, μόνοι ή συντροφιές στην ανάπαψή τους με τα σκολιανά τους και στη δουλειά τους, είναι η πιο πειστική, η πιο φορτισμένη επίδοση του Κουγιουμτζή. Κι αυτό γιατί στ' άλλα θέματα πολλές φορές, παρεμβάλλονται και λόγια στοιχεία, ή προσπάθεια επίδειξης και τεχνικής γνώσης με την ψευδαίσθηση του πραγματικού.

Στις ανθρώπινες όμως φιγούρες, που είναι τεχνικά οι πιο δύσκολες, ο Κουγιουμτζής εμπιστεύεται αποκλειστικά το ένστικτό του. Κι η αμοιβή του είναι ουσιαστική και προσδιοριστική της εικαστικής του παρουσίας.

Και για να μην πελαγοδρομήσουμε σε αναλυτικές λεπτομέρειες μπορούμε να πούμε πως η ζωγραφική του μας υπενθυμίζει πως η παραδοσιακή μας λαϊκή έκφραση όπως τη συναντάμε και στη λαϊκή τέχνη, οδηγεί τη λειτουργία του χρώματος και του σχεδίου, στις καίριες συγκινησιακές πηγές της ομαδικής ζωής.

Για να επιτευχθεί τούτο δεν έχουν σημασία οι κανόνες της σύνθεσης και γενικά τα τεχνολογικά μέσα, που ούτε διδάσκονται ούτε τα γνωρίζουν, αλλά η ψυχοπνευματική κατάσταση του ίδιου του δημιουργού. Πηγή του κι έμπνευσή του είναι το ευρετήριο των αισθημάτων τους, όταν συμπίπτουν και ενοποιούνται με των συνανθρώπων τους.

Τούτο όμως δεν σημαίνει πως κάθε λαϊκή κατασκευή, ο κάθε αυτοδίδακτος, καταξιώνεται. Αυτό γίνεται μόνο σε ελάχιστα προικισμένα άτομα.

Νίκος Αλεξίου

"...ο Κουγιουμτζής σε μεταφέρει σε μια άλλη Ελλάδα - όχι την Αιγαιοπελαγίτικη - την ορεινή και σκληροτράχηλη, αυτή που φιλοξένησε ληστές και Θεούς, αυτή που έθρεψε Θρύλους και κρατάει το χαμόγελό της μέσα από το χείλι της..." Τ. Μιλλιέξ 15.10.80

Ένας Μακεδόνας Ζωγράφος
Ας το πούμε από την αρχή. Αν κάτι σωθεί σα μνήμη και σαν πολιτιστική κληρονομιά θα το χρωστάμε στους καθαρούς και «αφελείς», στους ντόμπρους και παθιασμένους «ασπούδαχτους» ζωγράφους. Οι πιο πολλοί από αυτούς χρόνια και χρόνια ζωγραφίζουνε μόνο τις μέρες αργίας, κυρίως δηλαδή τις Κυριακές, απ’ όπου και η ζωγραφική έκφραση «ζωγράφος της Κυριακής» όπως ονομάζουμε και τον  Ντουανιέ Ρουσώ - όμως ξαφνικά κάποια στιγμή, μη αντέχοντας πιο πολύ να θυσιάζουν το ζωγραφικό τους όραμα στο μεροκάματο αποφασίζουν να τα παίξουν όλα για όλα, να μη φάνε έστω, αλλά να μπορέσουνε να ζωγραφίσουνε και να διασώσουνε αυτό που διαπιστώνουνε πώς χάνεται για πάντα κι' έχουνε χρέος να το διαφυλάξουνε.

Ένας τέτοιος ζωγράφος πραγματικά λαϊκός και ειλικρινής, είναι ο Άγγελος Κουγιουμτζής.

Τό χρώμα τον εντυπωσιάζει. Έχει μία μελαγχολική υποβλητικότητα κι' ας αστράφτουν τα βυζαντινα του κόκκινα σε τριανταφυλλιές και μπατανίες.

Σχεδόν σε όλα του τα τοπία οι ουρανοί είναι σκούροι, ποτέ δεν κελαηδάει τό γαλάζιο, έχεις την αίσθηση βλέποντας το χωριό, τα σπίτια τό καμπαναριό, τους καθισμένους άντρες του - που δεν κοιτάζουνε ποτέ και στάζουν μοναξιά - πως ο Κουγιουμτζής σε μεταφέρει σε μια άλλη Ελλάδα - όχι την Αιγαιοπελαγίτικη - την ορεινή και σκληροτράχηλη, αυτή που φιλοξένησε ληστές και Θεούς, αυτή που έθρεψε Θρύλους και κρατάει το χαμόγελό της μέσα από το χείλι της.

Κι' όμως πιστεύω πώς όποιον και αν ρωτήσεις για τη ζωγραφική του Κουγιουμτζή - κι' αυτόν τόν ίδιο - θά σου απαντήσει πώς είναι τραγούδι, χρωματική γιορτή.

Είναι και αυτό. Όμως το ουσιαστικό της ζωγραφικής του είναι η ταυτότητα που της έχει δώσει, κι' αυτή η ταυτότητα είναι η  Ελλάδα του Βορρά, ή Μακεδονίτικη ψυχή η δοκιμασμένη.

Βέβαια, ρώτησα το ζωγράφο από που κατάγεται μόνο και μόνο για να μού επιβεβαιώσει την καταγωγή της ζωγραφικής του. Είναι, λοιπόν, από τη Δράμα, όμως όντας υπάλληλος στις καπνικές επιχειρήσεις, γύριζε όλη τη Βόρεια  Ελλάδα, τα καπνοτόπια της και πολλές φορές τα ερημωμένα χωριά της, από την εξωτερική και εσωτερική μετανάστευση. Αυτές οι μετακινήσεις τον φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με ότι ερημώνει και γκρεμίζεται, με ότι απογυμνώνεται και γερνάει, τον πλησιάζουν στον γέροντα που περιμένει να γυρίσει το παιδί και στο παιδί που περιμένει την ώρα να φύγει - γι' αυτό όλες οι φιγούρες τού Κουγιουμτζή είναι μοναχικές και λυπημένες - και τού ξυπνάνε την επιθυμία και αργότερα το πάθος να γίνει μάρτυρας όλων αυτών των πραγμάτων, να προσπαθήσει αν είναι δυνατόν κάτι να σταματήσει απ' αυτή τή μοίρα. Ο μόνος τρόπος είναι να κρατήσει σημειώσεις. Αν είχε ταλέντο συγγραφέα θα έγραφε. Είχε όμως ένα θαυματουργό ταλέντο. Ζωγράφιζε. Άρχισε, λοιπόν, να κρατάει ζωγραφικές σημειώσεις. Σκίτσα από ανθρώπους, από σπίτια, από χωριά και καλντερίμια, από φορεσιές και ερειπωμένα κτίρια που κρατούσαν όμως την αρχιτεκτονική τους ιδιαιτερότητα ή την παραδοσιακή τους μορφή. Όταν γύριζε σπίτι του, ολόκληρη την Κυριακή ή τις μέρες της σχόλης, έβαζε πάνω στο τελάρο το σκίτσο. Από κει κι' έπειτα όμως λειτουργούσε πια ελεύθερα και ζωγραφικά. Ανόρθωνε και στόλιζε. Πουθενά στους πίνακες του Κουγιουμτζή δεν θα δεις τις πληγές. Τα σπίτια, τα καλντερίμια, τα πεζούλια, τα δρομάκια, δεν χάνουνε τίποτε άπό τόν αρχιτεκτονικό χαρακτήρα τους, όμως ανασταίνονται και ζουν κάτω άπό τό πινέλο τού Άγγελου, που ασπρίζει τα πεζούλια, γιομίζει γλάστρες τις αυλές, σκαρφαλώνουν οί κληματαριές και οί κατακόκκινες τριανταφυλλιές στις κρεβατίνες και στους φράχτες κι' όταν νοιώθει λιγάκι βαρύ από πάνω του τον ουρανό, απλώνει στο μπαλκόνι μιά μπατανία μέ μιά αιμάτινη βαφή, που εξαφανίζει οπτικά τη μελαγχολία τού φυσικού τοπίου.

Αυτή είναι η μια πλευρά της πλούσιας ιδιοσυγκρασίας του, η πιο γραφική και λαϊκή, που πάει μαζί με τα κουστούμια και τα εσωτερικά των Μακεδονίτικων σπιτιών. Υπάρχουν όμως και δυο άλλες, τελείως ξεχωριστές. Του πορτραιτίστα και του «θαλασσογράφου». Τό «θαλασσογράφος» τό βάζω σε εισαγωγικά γιατί ενώ υπάρχει θάλασσα, το κυρίως θέμα είναι το καράβι, η πλαστικότητά του μέσα στο χώρο, και σ' αυτό τον τομέα, έξω από τη χρωματική ευαισθησία, δεν έχει τίποτα κοινό ούτε με το τοπίο του ούτε με το πορτραίτο του. Πραγματικά δεν καταλαβαίνεις από που ξεφύτρωσε τούτη η παραδοσιακή ζωγραφική με τό τελείως κλασσικό σχέδιο που υπηρετεί άλλωστε θαυμάσια, τούτα τα πλεούμενα τού παλιού καιρού πού ρχονται νοσταλγικά μέσα από τη μνήμη και γίνονται ένα μικρό δάσος από κατάρτια, μέσα σε μια θάλασσα  ρομαντική και απόκοσμη.

Αν στα καράβια του ο Κουγιουμτζής δεν θυμίζει καθόλου τό λαϊκό ζωγράφο, αντίθετα στα πορτραίτα τον ξαναβρίσκεις όλο τον χρωματικό του πλούτο αλλά και κάτι άλλο που τα ξεχωρίζει τελείως από τον τοπιογράφο. Εδώ κάνει καθαρή ζωγραφική και τολμάω να πω, ότι ή επίπεδη ζωγραφική του που δεν χάνει τον όγκο, την πλαστικότητα και τη λιτότητά της, μέσα από την τόλμη της χρωματικής του κλίμακας και την αυστηρότητα της γραμμής του, μας κάνει να σκεφτόμαστε ένα πολύ μεγάλο ζωγράφο, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο.

Τα παλιά του πορτραίτα - γυναικεία πρόσωπα που βγαίνουν μυστηριακά και έντονα μέσα από ένα είδος φθαρμένης τοιχογραφίας, έχουν την ίδια ποιητική καταγωγή με το αριστουργηματικό ροζ πορτραίτο της μητέρας του, το τόσο χαρακτηριστικό πρόσωπο του άντρα της υπαίθρου, ή τον δίχως φτερά άγγελο που ανεβαίνει στους ουρανούς, κι' ο θεατής αναγνωρίζει το λαϊκό τραγουδιστή Ν. Ξυλούρη.

Σε κάθε ένα από αυτά τα πορτραίτα φαίνεται καθαρά ή προσωπική συγκίνηση του ζωγράφου γιατί αυτή στάθηκε όχι μόνο το θεματικό του ξεκίνημα αλλά κυρίως η ζωγραφική του έκφραση, αυτή που για να αναδείξει την ποιότητα του αισθήματος κατόρθωσε να βρει την χρωματική και πλαστική της αντιστοιχία.

Ο Άγγελος Κουγιουμτζής, το πιστεύω, πως τώρα που κέρδισε το χρόνο, θα κερδίσει ολοκληρωτικά και τη ζωγραφική.

Τ. Μιλλιέξ

15.10.80

"...Ο Άγγελος προτιμά να βλέπει την όμορφη πλευρά της ζωής, υπάρχει μια πίστη και μιά καρτερικότητα μπροστά στα φαινόμενά της. Ο ίδιος είναι ένας τέτοιος ακούραστος κι ενεργητικός άνθρωπος που δεν κατσουφιάζει μπροστά στις αναποδιές της. Ξέρει να τις ξεπερνά τραγουδώντας με το χρώμα τη χαρά του για το θαύμα της δημιουργίας του κόσμου..." Γ. Πετρής 10.12.79

Όταν λέμε πως ο Άγγελος Κουγιουμτζής είναι ζωγράφος «ναϊφ» δεν εννοούμε καθόλου μ' αυτό πως αναγκαστικά αντλεί ο έργο του από την παράδοση.

Σ' ελάχιστες στιγμές αναφέρεται πλαστικά σ' αυτήν. Ο καλλιτέχνης έχει σαν βάση της ζωγραφικής του την τεχνική της γνωστής μας λόγιας, ακόμα και ακαδημαϊκής τέχνης. Η όρασή του όμως δεν αιχμαλωτίζεται οριστικά  από κανένα εικαστικό σύστημα που προϋπάρχει. Συλλέγει σαν τη μέλισσα τα συστατικά της εκφραστικής του απ' ό,τι βλέπει γύρω του: Ζωγραφισμένες παραστάσεις, διακοσμημένα λαϊκά αντικείμενα, ακόμα και μοτίβα κεντημένα πάνω σε ντόπιες φορεσιές, χωρίς να χάνει από τα μάτια του την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Κοσκινίζει ύστερα το υλικό του που προέκυψε από αυτήν την περιπλάνησή του, και κρατά μόνο τα στοιχεία που του χρειάζονται, μα και πάλι τα υποτάσσει στη δική του οπτική. Αυτή η προσωπική του επέμβαση είναι κι η καθ' αυτό ζωγραφική του προσφορά. Μέσα σπ' αυτήν, όλα προκύπτουν πειστικά κι όμορφα με έμφαση στη χρωματική τους υπόσταση όπου στηρίζεται κυρίως η καλλιτεχνική του προσπάθεια. Διαθέτει βέβαια το μεγάλο δώρο να είναι ασπούδαχτος κι ως χθές ακόμα δεν ήταν επαγγελματίας. Η δουλειά του είναι κυριολεκτικά το τραγούδι του κότσυφα καθώς τραγουδά τη χαρά του μπροστά σ' ένα καταπράσινο λιβάδι, σ' ένα ανθισμένο δέντρο, σ' ένα χωριατόσπιτο πνιγμένο στις περικοκλάδες ή σε μια χαρακτηριστική σκηνή απ' τη χωριάτικη ζωή. Ολ' αυτά ξέρει να μας τα δίνει με μιαν εκπληκτική ειλικρίνεια γιατί δε μεσολαβεί καμιά ενδιάμεση αναγωγή, και μιαν αμεσότητα, αφού όλα αυτά τα έζησε από πολύ κοντά. Για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ο κόσμος αυτός αποτελούσε το περιβάλλον της καθημερινής του ζωής. Έχοντας κατακτήσει αυτό το υλικό, μπορεί από κει και κάτω, να αναπαράγει κι άλλα παραπλήσια πράγματα ακόμα κι όταν δεν τα βλέπει μπροστά του. Η παραγωγή του αυτή είναι μια εκδήλωση ποιητική που στηρίζεται σε μια πλατιά προσωπική του εμπειρία. Για έναν που γνωρίζει τη σύγχρονη περιπέτεια των μορφών μπορεί ν' αντιληφθεί το βάρος πού έχει κι απ' αυτή τη μεριά η πλαστική του μαρτυρία.

Ο Άγγελος προτιμά να βλέπει την όμορφη πλευρά της ζωής, υπάρχει μια πίστη και μιά καρτερικότητα μπροστά στα φαινόμενά της. Ο ίδιος είναι  ένας τέτοιος ακούραστος κι ενεργητικός άνθρωπος που δεν κατσουφιάζει μπροστά στις αναποδιές της. Ξέρει να τις ξεπερνά τραγουδώντας με το χρώμα τη χαρά του για το θαύμα της δημιουργίας του κόσμου. Η μαρτυρία του αυτή τον φέρνει κοντά στους ανθρώπους, στο κοινό όπου απευθύνεται, δηλαδή στη μερίδα σπ' όσους δεν έχασαν ακόμα την αίσθηση της απλής ομορφιάς που έχει ο κόσμος. Μιλά τη δική τους γλώσσα και τους διηγείται πράγματα που τα γνωρίζουν ασφαλώς κι οι ίδιοι πολύ καλά. Περασμένα όμως μέσα από τη δική του αίσθηση που δεν είναι μακριά από τη δική τους. Η ζωγραφική τού Άγγελου είναι μιά όαση όπου μπορεί ένας κουρασμένος άνθρωπος να ακουμπήσει τη ματιά του και νά ξεκουράσει τη σκέψη του.

Γ. Πετρής

Παλαιό Φάληρο, 10.12.79

"...Το σπουδαιότερο, ωστόσο, στοιχείο της τέχνης του, κοινό σε όλους τους θεματικούς κύκλους, είναι το χρώμα. Ευαίσθητος στην έλξη της πολυχρωμίας, γνωρίζει ο Κ. να παραθέτει τόνους που χαροποιούν την όραση και αναπαύουν..." Μανόλης Βλάχος

Στην Αλεξανδρούπολη, στην αίθουσα του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων ο Αγγελος Κουγιουμτζής εξέθεσε πρόσφατα πίνακές του με τοπία και ανθρώπους της ελληνικής γης. Αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, καταγράφει με δύναμη και απλότητα τους χώρους, όπου διατηρείται ακόμη η παράδοση, και ανακαλεί, στο έργο του, πρόσωπα ενός άλλου βίου, σχεδόν παρωχημένου, γοητευτικού και δυσπρόσιτου.

Η θεματογραφία του περιλαμβάνει σπίτια και απόψεις του χωριού, θαλασσογραφίες ατομικά και ομαδικά πορτρέτα. Ο,τι οφείλει η τέχνη του στη δόκιμη ζωγραφική είναι αρκετά ευδιάκριτο, αλλά τούτο, καθώς εντάσσεται στο προσωπικό του όραμα, δεν αλλοιώνει το λαϊκό χαρακτήρα της δουλειάς του. Τα τοπία, εκτός από την αφηγηματική διάθεση που ωραιοποιεί τα πράγματα, φανερώνουν την ικανότητα του ζωγράφου να υποτάσσει τα σχήματα και να συγκρατεί τη σημαίνουσα λεπτομέρεια. Στα πορτραίτα, το στέρεο και εύκαμπτο περίγραμμα διαχωρίζει με σαφήνεια τους όγκους, χωρίς λεπτομέρειες, προκειμένου να αφήσει το χρώμα να υποβάλει το εσωτερικό της μορφής. Τα ανδρικά πορτραίτα παρουσιάζουν ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, είτε εικονίζουν φανταστικά πρόσωπα, είτε έχουν αποσπαστεί από παλιές φωτογραφίες ελάχιστα διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Προτείνουν τρεις μόνο τύπους -του έφηβου, του άντρα και του γέρου- οι οποίοι και συμπυκνώνουν την ανδρική προσωπογραφία του Κ.

Το σπουδαιότερο, ωστόσο, στοιχείο της τέχνης του, κοινό σε όλους τους θεματικούς κύκλους, είναι το χρώμα. Ευαίσθητος στην έλξη της πολυχρωμίας, γνωρίζει ο Κ. να παραθέτει τόνους που χαροποιούν την όραση και αναπαύουν. Χωρίς βασανισμούς της χρωματικής ύλης, αποδίδει τη λαμπρότητα της σάρκας, το δροσερό φύλλωμα και την παλαιότητα του τοίχου. Ο θεατής χαίρεται τη ζωγραφιά, όταν μάλιστα υποπτεύεται, ότι η διάρκεια του χώρου και των προσώπων που εικονίζει είναι αναμφίβολη.

Μανόλης Βλάχος

"...Μπροστά στά έργα του ποτέ δε σκέφτηκα «να τι χάσαμε για πάντα». Σκέφτηκα «να τι έχουμε ακόμα». Όχι σαν ρεπερτόριο μορφών ζωής και τέχνης, αλλά σαν δυναμική παρακαταθήκη ανεξάντλητη. Η παράδοση λειτουργεί προωθητικά..." Κίτσος Α. Μακρής 20.03.82

Όσο πιο δύσκολη και σύνθετη γίνεται η ζωή μας, τόσο πιο έντονη μέσα μας η δίψα για μια τέχνη που λειτουργεί κι εκφράζεται άμεσα και απλά. Το έργο του Άγγελου Κουγιουμτζή είναι μια όαση δροσιάς μέσα στην έρημο του τσιμέντου, του τσιμέντου που δεν περιορίζεται μόνο στην αρχιτεκτονική μα προχώρησε και στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο ζωγράφος αυτός αν και απεικονίζει θέματα από τις όψεις και τη ζωή του χωριού, δεν καταφεύγει στην εύκολη γραφικότητα, δηλαδή στην απ' έξω θεώρηση. Ζει τα θέματά του από μέσα, μετέχει. Θάλεγα πως δεν περιγράφει αλλά τραγουδάει με σκοπούς που απηχούν τον εσωτερικό ρυθμό των θεμάτων του. Αυτό τον διαφοροποιεί από την άνοστη «ηθογραφική» ζωγραφική που τόσο μας ταλαιπώρησε παλιότερα. Έχει τη σοφή αθωότητα του παιδιού και την παρθενική ωριμότητα του άντρα. Το χρώμα, το σχέδιο, η σύνθεση είναι ρωμαϊκά, θέλω να πω πως έχουν εκείνο το στοιχείο, το τόσο ζωντανό μέσα μας, που μας κάνει να νιώθουμε περιθωριακοί μέσα στο περιβάλλον που εμείς δομήσαμε. Λειτουργεί θετικά, όχι σαν αποκοιμιστική νοσταλγία για κάποιον χαμένο παράδεισο αλλά σαν ενεργητικό κίνητρο συνειδητοποίησης του εαυτού μας. Τα ζεστά και φωτεινά χρώματά του, οι στέρεες ανθρώπινες μορφές του, τα κτίσματα, τα θαλερά δέντρα, τα λουλούδια, ο ουρανός, αποπνέουν υγεία και ευρωστία. Μπροστά στά έργα του ποτέ δε σκέφτηκα «να τι χάσαμε για πάντα». Σκέφτηκα «να τι έχουμε ακόμα». Όχι σαν ρεπερτόριο μορφών ζωής και τέχνης, αλλά σαν δυναμική παρακαταθήκη ανεξάντλητη. Η παράδοση λειτουργεί προωθητικά.

Σε κάποιο ηπειρωτικό χωριό, μέσα στο σπίτι ενός έντιμου αγωνιστή της Αλβανίας και της Αντίστασης είδα κρεμασμένη φωτογραφία του παππού του με στολή ευζώνου του 1912. Μου την έδειξε με υπερηφάνεια λέγοντας σεμνά «Δεν έπρεπε να τον ντροπιάσω». Ο 'Αγγελος Κουγιουμτζής, σε άλλο επίπεδο, μας δείχνει τι δεν πρέπει να ντροπιάσουμε. Σεμνά, χωρίς να αγορεύει.

Κίτσος Α. Μακρής

20.03.82

Ζωγραφική